μετοχή

μετοχή
Μέρος του λόγου, η φύση και οι ιδιότητες του οποίου ταυτίζονται με εκείνες του επιθέτου και του ρήματος (ρηματικό επίθετο). Δηλώνει συγχρόνως διάθεση και χρόνο. Σχηματίζεται και στις δύο φωνές, στην ενεργητική από τον ενεστώτα (παίζοντας, γελώντας) και στην παθητική από τον παρακείμενο (λυμένος, -η, -ο, αγαπημένος -η, -ο). Στην ενεργητική φωνή η μ. είναι άκλιτη, ενώ στην παθητική κλιτή. Η μ., μαζί με το απαρέμφατο ονομάζονται απρόσωπες εγκλίσεις, επειδή δεν έχουν ξεχωριστούς τύπους για τα διάφορα πρόσωπα. Η χρήση της έχει περιοριστεί στα νεοελληνικά σε χρονική και τροπική. Στα αρχαία ελληνικά η μ. χρησιμοποιείτο ευρέως και σχηματιζόταν σε όλους σχεδόν τους χρόνους και όλες τις διαθέσεις. Διακρινόταν σε μ. με επίθεμα -ντ (γράφων -οντος), σε μ. με επίθεμα -μενο (γραφόμενος) και σε μ. με επίθεμα -οτ (λελυκώς -ότος). Τις περισσότερες φορές ισοδυναμούσε με δευτερεύουσα πρόταση, οπότε και διακρινόταν σε τελική, χρονική, τροπική, αιτιολογική, εναντιωματική και υποθετική. Ένας άλλος τύπος ήταν η απόλυτη μ., που σχηματιζόταν σε γενική πτώση και σε περίπτωση ετεροπροσωπίας (παραδείγματος χάριν, δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται). Τέλος υπήρχε η κατηγορηματική και η επιθετική μ. (Νομ.). Με την ευρεία έννοια αυτού του όρου χαρακτηρίζεται το δικαίωμα συμμετοχής, του εταίρου ανώνυμης εταιρείας ή οργανισμού, ενώ με τη στενή, το έγγραφο στο οποίο ενσωματώνεται αυτό το δικαίωμα. Η μ. εκφράζει ορισμένο χρηματικό ποσό (ονομαστική αξία), έτσι ώστε η ονομαστική αξία όλων των μ. που εκδόθηκαν να ισούται με το εταιρικό κεφάλαιο. Η ονομαστική αξία της μ. ορίζεται στο καταστατικό της εταιρείας, πάντα όμως στα πλαίσια που προβλέπει ο νόμος. Σε καμία πάντως περίπτωση η μ. δεν μπορεί να αξίζει λιγότερο από 0,30 ευρώ και περισσότερο από 100 ευρώ. Η ονομαστική αξία της μ. δεν συμπίπτει συνήθως προς την πραγματική της αξία, όπως και το εταιρικό κεφάλαιο δεν συμπίπτει προς την (καθαρή) περιουσία του οργανισμού, που εκδίδει τη μ.. Ανάλογα με την κατάσταση των υποθέσεων του οργανισμού, η πραγματική αξία της μ. (εσωτερική αξία) μπορεί να είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη της ονομαστικής. Τέλος, διαφορετική από την εσωτερική και την ονομαστική, είναι η αγοραία (ή τρέχουσα ή χρηματιστηριακή) αξία. Οι μ. διέπονται από την αρχή της ισότητας, που σημαίνει ότι όλες οι μ. της ίδιας σειράς έκδοσης, έχουν ίση ονομαστική αξία και ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από καθεμιά είναι ίσα (εκτός από τις προνομιούχες μ.) και από την αρχή του αδιαίρετου, που αποκλείει τις υποδιαιρέσεις του κεφαλαίου πέρα από αυτές που προβλέπονται στο καταστατικό. Η μ., από την άποψη του περιεχόμενου σε αυτές δικαιώματος, διακρίνονται σε κοινές, προνομιούχες και μ. επικαρπίας. Οι κοινές αποτελούν τον κανόνα, ενώ τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτές είναι ίσα. Οι προνομιούχες παρέχουν, σύμφωνα με το καταστατικό, ιδιαίτερα δικαιώματα σε σύγκριση με τις κοινές και διακρίνονται σε προνομιούχες με ψήφο και σε προνομιούχες χωρίς ψήφο. Τέλος, οι μ. επικαρπίας εκδίδονται, όταν το καταστατικό της εταιρείας προβλέπει την παρακράτηση, κάθε χρόνο, ενός μέρους των καθαρών κερδών με σκοπό την απόσβεση ορισμένου αριθμού μ., που ορίζονται συνήθως με κλήρωση. Οι μ. της τελευταίας κατηγορίας παρέχουν όλα τα δικαιώματα των κοινών μ. Το καταστατικό της εταιρείας έχει τη δυνατότητα να ορίζει ότι οι μ. μπορεί να είναι μόνο ανώνυμες ή μόνο ονομαστικές ή σύμφωνα με επιλογή των μετόχων, ή ανώνυμες ή ονομαστικές. Υποχρεωτικά ονομαστικές είναι οι μ. που δεν έχουν αποπληρωθεί καθώς και εκείνες ορισμένων εταιρειών, που καθορίζονται από τον νόμο. Ως προς τον τρόπο μεταβίβασης των μ., εμφανίζονται διαφορές ανάμεσα στις ανώνυμες και στις ονομαστικές. Η συμβατική μεταβίβαση των πρώτων τελείται, όπως και η μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος. Ο τρόπος όμως μεταβίβασης των ονομαστικών μ. εξαρτάται από το αν αυτές έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο ή όχι. Όσες έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο, κατατίθενται στο Κεντρικό Αποθετήριο Αθηνών, το οποίο παραδίδει στον καταθέτη το αποθετήριο έγγραφο, βάσει του οποίου ασκεί πλέον τα μετοχικά του δικαιώματα ο δικαιούχος των μ. και το οποίο εκπροσωπεί τις μετοχές του. Για τη μεταβίβαση εκδίδεται νέο αποθετήριο στο όνομα του νέου δικαιούχου. Οι ονομαστικές μ. που δεν έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο μεταβιβάζονται με εγγραφή σε ειδικό βιβλίο, το οποίο χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν που τη μεταβιβάζει και από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται η μεταβίβαση.
* * *
η (ΑΜ μετοχή) [μετέχω]
1. η ενέργεια τού μετέχω, συμμετοχή, μέθεξη
2. γραμμ. ένα από τα δέκα μέρη τού λόγου τής ελληνικής γλώσσας, το οποίο ονομάστηκε έτσι επειδή μετέχει και στις ιδιότητες τού ονόματος, ουσιαστικού και επιθέτου, δηλαδή στο γένος και στην κλίση, αλλά και στις ιδιότητες τού ρήματος, δηλαδή στον χρόνο, στη φωνή και στη διάθεση
νεοελλ.
1. χρηματικός τίτλος που αντιπροσωπεύει ορισμένο μέρος τού κεφαλαίου μιας επιχείρησης και αποφέρει ανάλογο κέρδος
2. φρ. (οικον.) α) «ανώνυμη μετοχή» — η μετοχή η οποία μεταβιβάζεται με την παράδοση απλώς τού τίτλου
β) «εγγυητική μετοχή» — μετοχή που δίδεται από τον δικαιούχο της για εγγύηση σε τρίτο
γ) «κοινή μετοχή» — κατηγορία μετοχών που εκδίδονται από κοινού από πολλές εταιρείες
δ) «κυκλοφορούσα μετοχή» — μετοχή που κυκλοφορεί ελεύθερα και μεταβιβάζεται ονομαστικά ή ανώνυμα, ανάλογα με το είδος της
ε) «ονομαστική μετοχή» — μετοχή στην οποία αναγράφεται το όνομα τού δικαιούχου και η οποία μεταβιβάζεται με εγγραφή σε ειδικό βιβλίο τής ανώνυμης εταιρείας, στο οποίο υπογράφουν ο πωλητής και ο αγοραστής
στ) «προνομιακή μετοχή» — μετοχή που έχει ορισμένα προνόμια απέναντι στις άλλες κοινές μετοχές
αρχ.
1. λήψη τροφής
2. παγιότητα, σταθερότητα, στερεότητα
3. αστρολ. συγκατοχή από δύο πλανήτες
4. συνεταιρισμός
5. φρ. «κατὰ μετοχήν» — λόγω τής ενότητας με κάποιον άλλο.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • μετοχῇ — μετοχή sharing fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετοχή — sharing fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετοχή — η 1. συμμετοχή: Συγκεντρώθηκε μεγάλο ποσό χάρη στη μετοχή πολλών δωρητών. 2. (οικον.), τίτλος κινητής αξίας που αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο για τη συμμετοχή κάποιου στο κεφάλαιο και τα κέρδη μιας ανώνυμης εταιρείας: Αγόρασα μετοχές μιας… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μετόχη — Μέρος του λόγου, η φύση και οι ιδιότητες του οποίου ταυτίζονται με εκείνες του επιθέτου και του ρήματος (ρηματικό επίθετο). Δηλώνει συγχρόνως διάθεση και χρόνο. Σχηματίζεται και στις δύο φωνές, στην ενεργητική από τον ενεστώτα (παίζοντας,… …   Dictionary of Greek

  • ονομαστική μετοχή — Βλ. λ. μετοχή …   Dictionary of Greek

  • μετοχῆι — μετοχῇ , μετοχή sharing fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετοχαῖς — μετοχή sharing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετοχαί — μετοχή sharing fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετοχῆς — μετοχή sharing fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετοχήν — μετοχή sharing fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”